About Report a problem

Menu

κατοπτήρ

κατοπτήρ, spy, scout

κατοπτ-ήρ, ῆρος, ὁ,
  • spy, scout, A. Th. 36 (pl.).
    • II = ἑδροδιαστολεύς, Hp. Fist. 3, Haem. 5 (κάτοπτρον Erot.).

Saved

Recent