κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριος, fit for looking out
κατοπτ-ευτήριος, ον,
- fit for looking out, τὸ κ., = σκοπιά, Sch. E. Ph. 233.
κατοπτευτήριος, ausspähend, zum Ausspähen geeignet, τὸ κατ. Schol. Eur. Phoen. 240. Vgl. κατοπτήριος.