κατοπτήριος
κατοπτήριος, height which commands a view
κατοπτ-ήριος, ον,
- = κατοπτευτήριος, χῶρος Str. 9.3.15; κατοπτήριον, τό, height which commands a view, Delph. 3(2).136.
κατοπτήριος, ος, ον, propre à observer, Str. 423 ; E. Byz. vo ἀνεμώρεια.
Étym. *κατόπτομαι.
κατοπτήριος, = κατοπτευτήριος, τόπος Strab. IX.423.