About Report a problem

Menu

κατοπτίλλεταί

κατοπτίλλεταί, [Dor.]

κατοπτίλλεταί μοι,
  • = δοκεῖ μοι, Dius ap. Stob. 4.21.16; Dor. word, cf. ὀπτίλος.

Saved

Recent