κολάστειρα
κολ-άστειρα, ἡ, fem. of κολαστήρ, AP 7.425 (Antip. Sid.).
κολάστειρα, ας, adj. f. qui châtie, Anth. 7, 425.
Étym. fém. de κολαστήρ.
κολάστειρα, ἡ, Iem. zu κολαστήρ ; ἀμπλακίας Antip.Sid. 88 (VII.425).
κολάστειρα, ἡ,
fem. of κολαστήρ, Anth.