κολαστήρ
κολ-αστήρ, ῆρος, ὁ,
- = κολαστής, Arr. Fr. 144J.: as Adj., στρατιῶται Eun. VS p.480 B.
κολαστήρ, ῆρος (ὁ) c. κολαστής, Eun. p. 86.
κολαστήρ, ῆρος, ὁ, = κολαστής, Sp.