κονδυλωτός
κονδυλωτός, knobby
κονδῠλ-ωτός, ή, όν,
- knobby, χρυσίς IG 2(2).1400.36: neut. as Subst., ib. 40, prob. in ib. 1386.10.
κονδυλωτός, knobby