Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κονδυλοειδής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κομψολόγος
κομψοπρεπής
κομψός
κομψότης
κομψῶς
κοναβέω
κοναβηδόν
κοναβίζω
κόναβος
Κόναβος
κονάριχον
κοναρός
κόναρος
κονβενταρχέω
κόνδαξ
κονδῖτος
κονδῖτος οἶνος
κόνδοι
κονδοκέρατος
κονδολύχνια
κονδομονόβολον
κονδός
κόνδος
κόνδυ
κονδύλη
κονδυλίζω
κονδύλιον
κονδυλισμός
κονδυλιστής
Κονδυλῖτις
κονδυλοειδής
κονδυλόομαι
κόνδυλος
κονδυλώδης
κονδύλωμα
κονδύλωσις
κονδυλωτός
κόνειον
κονέω
κονή
κονητής
Κονθυλεύς
κονία
κονιάζω
Κονιαῖος
κονίαλος
κονίαμα
κονίασις
κονιατήρ
κονιάτης
κονιατής
κονιατικός
κονιατός
κονιάω
κονιβατία
κονιδιΐς
κονίζω
κονίη
κονίημα
κόνικλος
κονίλη
…
κονδυλοειδής
Save
LSJ
κονδῠλ-οειδής, ές,
= κονδυλώδης, ἐξοχαί
Ruf.
Oss.
15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}