κονδύλιον
κονδῠλ-ιον, τό,
- Dim. of κόνδυ, IG ΙΙ(2).147B 10 (Delos, iv B.C.), al.; κ. Σικυώνιον BGU 1300.12 (iii/ ii B.C.).
- II Dim. of κόνδυλος, f.l. in Axionic. 6.3 (pl.).
κονδύλιον, ου (τὸ) [ῠ] dim. de κόνδυλος, Axion. (Ath. 239f).
κονδύλιον, τό, dim. zu κόνδυλος Axionic. bei Ath. VI.239 s.