κονδύλωμα
κονδύλωμα, knob, callous lump
κονδῠλ-ωμα, ατος, τό,
- knob, callous lump, Hp. Haem. 4, 5, Dsc. Eup. 1.209, Gal. 13.533.
κονδύλωμα, ατος (τὸ) [ῠ] grosseur calleuse, Hpc. 893 ; Gal. 19, 446.
Étym. κόνδυλος.
κονδύλωμα, τό, = κόνδυλος 2, Geschwulst, Verknöcherung, Hippocr. u. a. Medic.