Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κτητορικός
κτητορικός, of an owner
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κτηνοπρεπής
κτῆνος
κτηνοστάσιον
κτηνοτροφεῖον
κτηνοτροφέω
κτηνοτροφία
κτηνοτρόφος
κτηνύδριον
κτηνώδης
κτηνωδία
κτηνωδῶς
κτησείδιον
Κτησίαρχος
Κτησίας
κτησίβιος
Κτησίβιος
Κτησικλῆς
Κτήσιον
κτήσιος
Κτήσιος
Κτησίοχος
κτήσιππος
Κτήσιππος
κτῆσις
Κτῆσις
Κτησιφῶν
Κτήσων
κτητέος
κτητικός
κτητικῶς
κτητορικός
κτητόρισσα
κτητός
κτήτωρ
κτίδεος
κτίζω
κτιλεύω
κτιλίς
κτίλος
κτιλόω
Κτιμένη
κτίμενος
Κτίμενος
κτίν
κτινν
κτίννυμι
κτιννύω
κτίνυμι
κτίς
κτίσις
κτίσμα
κτισματολατρεία
κτισματολατρέω
κτισματολάτρης
κτισμός
κτίσσε
κτιστεῖον
κτιστήρ
κτίστης
κτιστής
κτιστικός
…
κτητορικός
Save
κτητορικός, of an owner
LSJ
κτη-τορικός, ή, όν,
of an owner,
PGiss.
124.7 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}