Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωμέτας
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωλωτοειδής
κῶμα
κωμάδιος
κωμάζω
κωμαίνω
κωμαῖος
κώμακον
κώμαξ
κωμάριον
κωμαρχέω
κωμάρχης
κωμαρχία
Κωμαρχίδης
κωμάρχιος
κωμάρχιος νόμος
κώμαρχος
κωμάσδω
κωμασία
κωμασμός
κωμαστήριον
κωμαστής
κωμαστικός
κωμαστικῶς
κωμάστωρ
κωμᾶται
κωματίζομαι
κωματώδης
κώμαυλος
Κώμαυλος
Κώμβρεια
κωμέτας
κώμη
κωμηγέτης
κωμηδόν
Κωμητάς
κωμήτης
κωμητικός
κωμῆτις
κωμήτωρ
Κωμίας
κωμίδιον
κωμικεύομαι
κωμικός
κωμικῶς
κώμιον
κῶμο
κωμογραμματεία
κωμογραμματεύς
κωμοδρομέω
κωμοκάτοικος
κωμομισθωτής
κωμόομαι
κωμοπλήξ
κωμόπολις
κῶμος
Κῶμος
κωμοφύλαξ
κωμόω
κωμύδριον
κώμυθος
Κώμυρος
…
κωμέτας
Save
LSJ
κωμέτας, α, ὁ, Dor.,
= κωμήτης,
IG
4.497.11 (Mycenae, ii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}