Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωμασμός
κωμασμός, revelling
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωλυτέος
κωλυτήρ
κωλυτήριον
κωλυτήριος
κωλυτής
κωλυτικός
κωλυτός
κωλύφιον
κωλύω
κωλώτης
κωλῶτις
Κωλῶτις
κωλωτοειδής
κῶμα
κωμάδιος
κωμάζω
κωμαίνω
κωμαῖος
κώμακον
κώμαξ
κωμάριον
κωμαρχέω
κωμάρχης
κωμαρχία
Κωμαρχίδης
κωμάρχιος
κωμάρχιος νόμος
κώμαρχος
κωμάσδω
κωμασία
κωμασμός
κωμαστήριον
κωμαστής
κωμαστικός
κωμαστικῶς
κωμάστωρ
κωμᾶται
κωματίζομαι
κωματώδης
κώμαυλος
Κώμαυλος
Κώμβρεια
κωμέτας
κώμη
κωμηγέτης
κωμηδόν
Κωμητάς
κωμήτης
κωμητικός
κωμῆτις
κωμήτωρ
Κωμίας
κωμίδιον
κωμικεύομαι
κωμικός
κωμικῶς
κώμιον
κῶμο
κωμογραμματεία
κωμογραμματεύς
κωμοδρομέω
…
κωμασμός
Save
κωμασμός, revelling
LSJ
κωμ-ασμός, ὁ,
revelling,
prob. in
J.
AJ
17.9.5 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}