κωμάστωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape κωμ-άστωρ, ορος, ὁ, poet. for κωμαστής I, Man. 4.493. κωμάστωρ, ορος (ὁ) c. κωμαστής, Man. 4, 493. κωμάστωρ, ορος, ὁ, = κωμαστής, Maneth. 4.493.