Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωμάσδω
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κώλυσις
κωλυτέον
κωλυτέος
κωλυτήρ
κωλυτήριον
κωλυτήριος
κωλυτής
κωλυτικός
κωλυτός
κωλύφιον
κωλύω
κωλώτης
κωλῶτις
Κωλῶτις
κωλωτοειδής
κῶμα
κωμάδιος
κωμάζω
κωμαίνω
κωμαῖος
κώμακον
κώμαξ
κωμάριον
κωμαρχέω
κωμάρχης
κωμαρχία
Κωμαρχίδης
κωμάρχιος
κωμάρχιος νόμος
κώμαρχος
κωμάσδω
κωμασία
κωμασμός
κωμαστήριον
κωμαστής
κωμαστικός
κωμαστικῶς
κωμάστωρ
κωμᾶται
κωματίζομαι
κωματώδης
κώμαυλος
Κώμαυλος
Κώμβρεια
κωμέτας
κώμη
κωμηγέτης
κωμηδόν
Κωμητάς
κωμήτης
κωμητικός
κωμῆτις
κωμήτωρ
Κωμίας
κωμίδιον
κωμικεύομαι
κωμικός
κωμικῶς
κώμιον
κῶμο
κωμογραμματεία
…
κωμάσδω
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
κωμάσδω,
v.
κωμάζω
.
κωμάσδω
Dor.
voor
κωμάζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}