Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοχηγετέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοχαγέτας
λοχαγέτης
λοχαγέω
λοχαγία
λοχαγός
Λοχαγός
λοχαγωγία
λοχαγωγός
λοχάδην
λοχάζομαι
λοχάζω
λοχαῖος
λοχαρχέτης
λοχάρχης
λόχαρχος
λοχάς
λοχάω
λοχεία
Λοχεία
λόχεια
λοχειαῖος
λοχεῖος
λοχεός
λοχέος
λόχευμα
λόχευσις
λοχευτικός
λοχεύτρια
λοχεύω
λοχή
λοχηγετέω
λοχηγέτης
λοχηγέω
λοχηγός
λόχησις
λοχητής
λοχητικός
λοχήφορος
λόχια
λοχιᾷ
λοχία
Λοχία
λοχιάς
λοχιάω
λοχίδιον
λοχίζω
λοχικός
λόχιος
λοχισμός
λοχίτης
Λοχίτης
λοχῖτις
λοχῖτις ἐκκλησία
λόχμα
λοχμάζω
λοχμαῖος
λόχμη
λόχμιος
λοχμίς
λοχμόομαι
λοχμώδης
…
λοχηγετέω
Save
Pape
λοχηγετέω
, bei Her. 9.53 alte
v.l.
für λοχηγέω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}