Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λόχευσις
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λόφωσις
λοφωσός
λοφωτός
Λόχα
λοχαγενεῖς
λοχαγέτας
λοχαγέτης
λοχαγέω
λοχαγία
λοχαγός
Λοχαγός
λοχαγωγία
λοχαγωγός
λοχάδην
λοχάζομαι
λοχάζω
λοχαῖος
λοχαρχέτης
λοχάρχης
λόχαρχος
λοχάς
λοχάω
λοχεία
Λοχεία
λόχεια
λοχειαῖος
λοχεῖος
λοχεός
λοχέος
λόχευμα
λόχευσις
λοχευτικός
λοχεύτρια
λοχεύω
λοχή
λοχηγετέω
λοχηγέτης
λοχηγέω
λοχηγός
λόχησις
λοχητής
λοχητικός
λοχήφορος
λόχια
λοχιᾷ
λοχία
Λοχία
λοχιάς
λοχιάω
λοχίδιον
λοχίζω
λοχικός
λόχιος
λοχισμός
λοχίτης
Λοχίτης
λοχῖτις
λοχῖτις ἐκκλησία
λόχμα
λοχμάζω
λοχμαῖος
…
λόχευσις
Save
Brill-Montanari
λόχευσις
-εως, ἡ [
λοχεύω
]
Sophron.
Or.
2 (
PG
87.3523A),
see
λόχευμα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}