Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μερινων
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεργίζω
μέργω
Μέρδις
μέρδω
μέρεια
μερεία
Μεριδάρπαξ
μεριδάρχης
μεριδαρχία
μεριδαρχικά
Μεριδᾶς
μερίδιον
μεριζομένως
μερίζω
μερικεύω
μερικός
μερικῶς
μέριμνα
μερίμναμα
μεριμνάω
μερίμνημα
μεριμνηματικός
μεριμνητής
μεριμνητικός
μεριμνήτρια
μεριμνοποιέω
μεριμνοποιός
μεριμνοσοφιστής
μεριμνοτόκος
μεριμνοφροντιστής
μερινων
μερίξας
μερίς
μερίσδω
μέρισμα
μερισμός
μεριστέον
μεριστής
μεριστικός
μεριστός
μερίστρια
μεριστῶς
μεριτεία
μεριτεύομαι
μερίτης
μεριτικός
Μερκηδῖνος
Μερκηδόνιος μήν
μερμαίρω
Μερμερίδης
μερμέριος
μέρμερος
Μέρμερος
μέρμηρα
μερμηρίζω
μερμηρικοί
μέρμιθα
μερμίθα
μέρμιθος
μερμίλλων
μέρμις
…
μερινων
Save
LSJ
μερινων, gen. pl., dub. sens. in
BGU
1519 (Ptolemaic).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}