Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μερίστρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μεριδᾶς
μερίδιον
μεριζομένως
μερίζω
μερικεύω
μερικός
μερικῶς
μέριμνα
μερίμναμα
μεριμνάω
μερίμνημα
μεριμνηματικός
μεριμνητής
μεριμνητικός
μεριμνήτρια
μεριμνοποιέω
μεριμνοποιός
μεριμνοσοφιστής
μεριμνοτόκος
μεριμνοφροντιστής
μερινων
μερίξας
μερίς
μερίσδω
μέρισμα
μερισμός
μεριστέον
μεριστής
μεριστικός
μεριστός
μερίστρια
μεριστῶς
μεριτεία
μεριτεύομαι
μερίτης
μεριτικός
Μερκηδῖνος
Μερκηδόνιος μήν
μερμαίρω
Μερμερίδης
μερμέριος
μέρμερος
Μέρμερος
μέρμηρα
μερμηρίζω
μερμηρικοί
μέρμιθα
μερμίθα
μέρμιθος
μερμίλλων
μέρμις
Μερμνάδαι
μέρμνος
μερμνός
Μέρμνων
μερόεις
μερόεν
Μερόη
Μερόλας
μέρομαι
Μερόπα
…
μερίστρια
Save
Pape
μερίστρια
, ἡ, fem. zu μεριστής,
Schol. Aesch. Spt
. 717.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}