μεριμνοτόκος
μεριμνοτόκος, mother of cares
μεριμνο-τόκος, ον,
- mother of cares, βίοτος AP 11.382.20 (Agath.).
μεριμνο·τόκος, ος, ον, qui enfante des soucis, Anth. 11, 382.
Étym. μέριμνα, τίκτω.
μεριμνοτόκος, Sorgen erzeugend, βίος, Agath. 69 (XI.382).
μεριμνοτόκος
μεριμνο-τόκος, ον
τίκτω
- mother of cares, Anth.