μετάλλαξις
μετάλλαξις, change
μετάλλ-αξις, εως, ἡ,
- = μεταλλαγή, X. Cyn. 4.4, Poll. 5.61, [Longin.] Rh. p.191 H. (pl.).
μετάλλαξις, εως (ἡ) changement, échange, Xén. Cyn. 4, 4.
Étym. μεταλλάσσω.
μετάλλαξις, ἡ, = μεταλλαγή, Xen. Cyn. 4.4 ; Poll. 5.61.
μετάλλαξις, ιος, ἡ,
= μεταλλαγή, Xen.
from μεταλλάσσω