μεταλλοίωσις
μεταλλοίωσις, change
μεταλλοί-ωσις, εως, ἡ,
- change, Plot. 3.6.11.
μεταλλοίωσις, εως (ἡ) changement, Plot. Enn. 6, 3, 11, p. 573, 1 Creuz.
Étym. μεταλλοιόω.
μεταλλοίωσις, ἡ, Umänderung, Schol. Aesch. Spt. 690.