μεταλλακτέον
μεταλλακτέον, one must change
μεταλλ-ακτέον,
- one must change, Ph. Bel. 93.36; τὰς πτώσεις Sch. E. Hec. 846.
μεταλλακτέον, vb. de μεταλλάσσω, Phil. byz. Bel. 93.