μεταλλουργεῖον
μεταλλουργεῖον, mine
μεταλλουργ-εῖον, τό,
- mine, D.S. 5.38.
μεταλλουργεῖον, ου (τὸ) lieu d’où l’on extrait les métaux, mine, DS. 5, 38.
Étym. μεταλλουργός.
μεταλλουργεῖον, τό, Ort, wo Metalle verarbeitet werden, DS. 5.38.