Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταλλίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταληπτέον
μεταληπτικός
μεταληπτικῶς
μεταληπτός
μετάληψις
Μεταλία
μεταλισχευτέον
μεταλλαγά
μεταλλαγή
μεταλλακτέον
μεταλλακτήρ
μεταλλακτός
μετάλλαξις
μεταλλάρχης
μεταλλάσσω
μετάλλατος
μεταλλάττω
μεταλλάω
μεταλλεία
μεταλλεῖον
μεταλλεύς
μετάλλευσις
μεταλλευτήρ
μεταλλευτής
μεταλλευτικός
μεταλλευτός
μεταλλεύω
μεταλλήγω
μετάλλητος
μεταλλίζομαι
μεταλλίζω
μεταλλικός
μετάλλιον
μεταλλίτης
μεταλλῖτις
μεταλλοιόω
μεταλλοίωσις
μέταλλον
Μέταλλον
μεταλλουργεῖον
μεταλλουργέω
μεταλλουργός
μεταλλόχρυσος
μετάλμενος
μεταλογίζομαι
μεταλόγιον
μεταλωφάω
μεταλωφέω
μεταμάζιος
μεταμάθησις
μεταμαίομαι
μεταμανθάνω
μεταμείβω
μετάμειψις
μεταμέλει
μεταμέλεια
μεταμελέομαι
μεταμελέτη
μεταμελητικός
μεταμελητός
μεταμελίη
…
μεταλλίζω
Save
Pape
μεταλλίζω
,
Einen zur Bergwerksarbeit verurteilen
, Pandect.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}