μετάλλατος
μετάλλατος, to be searched out
μετάλλ-ᾱτος, Dor. for *μετάλλητος,
- to be searched out, Pi. P. 4.164.
μετάλλατος, v. *μετάλλητος.
μετάλλατος, Adj. verb. zu μεταλλάω.
μετάλλᾱτος (immo μεταλλατός.)
- 1to be investigated further “μεμάντευμαι δʼ ἐπὶ Κασταλίᾳ, εἰ μετάλλατόν τι” P. 4.164
μετάλλατος
Doric for μετάλλητος
- to be searched out, Pind.