μετάλμενος
μετάλμενος, aor. part. of μεθάλλομαι.
μετάλμενος, v. μεθάλλομαι.
μετάλμενος, part. aor. synkop. zu μεθάλλομαι.
μετάλμενος
aor. pple. μεθάλλομαι.
μετάλμενος : see μεθάλλομαι.