About Report a problem

Menu

μεταμίσγω

μεταμίσγω, mix among

μεταμίσγω,
  • mix among, Od. 18.310, Hp. Morb. 2.45: fut. μεταμείξω, κτήματα . . τοῖσιν Ὀδυσσῆος μεταμείξομεν Od. 22.221.

Saved

Recent