μεταμελητικός
μεταμελητικός, full of regrets
μεταμελ-ητικός, ή, όν,
- full of regrets, always repenting, Arist. EN 1150a21, Ptol. Tetr. 155.
μεταμελητικός, ή, όν, porté à se repentir, Arstt. Nic. 7, 8, 9.
Étym. μεταμέλομαι.
μεταμελητικός, ή, όν, zur Reue gehörig, geneigt, Arist. Eth. 7.7.
μεταμελητικός, ή, όν
- full of regrets, Arist. from μεταμέλομαι