μεταμελέομαι Save Bailly 2024 Pape μετα·μελέομαι-οῦμαι, c. μεταμέλω (seul. prés.) Hpc. Ep. 9, 420 Littré ; Plut. M. 5, et impf. μετεμελούμην, Sch.-Ar. Pax 363. μεταμελέομαι, = μεταμέλομαι, Sp.