μετάμελος
μετάμελος, repentance, regret
μετάμελ-ος, ὁ,
- repentance, regret, Th. 7.55, Conon 23.3, Themist. Ep. 4.1, J. AJ 19.4.4, Chor. p.214 B. [35.2.31]; ἀποθανὼν ὁ δίκαιος ἔλιπε μετάμελον LXX Pr. 11.3.
- II Adj. μετάμελος, ον, repenting, πόλις ταῖς διαδιδομέναις φήμαις μετάμελος οὖσα D.S. 25.11.
μετάμελος, ος, ον, qui se repent, repentant, DS. Exc. Vat. p. 56.
Étym. μεταμέλομαι.
μετάμελος, ου (ὁ) repentir, Thc. 7, 55 ; Jos. A.J. 2, 6, 4.
Étym. μεταμέλομαι.
μετάμελος, ὁ, die Reue, Thuc. 7.55 u. Sp., wie Con. 23. – Ein adj. μετάμελος, reuevoll, DS. exc. Vat. lib. 25.2 ; aber Plat. Phaed. 113e ist μεταμέλον zu akzentuieren, s. μεταμέλω.
μετάμελος, ὁ,
- repentance, regret, Thuc.