Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετουσῶ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετοίχομαι
μετοιωνίζομαι
μετοκλάζω
μετοκωχή
μετολισθαίνω
μετόν
μετονομάζω
μετονομασία
μετόνυχον
μετοξύ
μετόπη
μετόπιν
μέτοπις
μετόπισθε
μετόπισθεν
μέτοποι
μετοπώρα
μετοπωρίζω
μετοπωρινός
μετόπωρον
μετόπωρος
μετορμιζ
μετορμίζομαι
μετορμίζω
μετόρχιον
μετοσσέω
Μετοῦλος
μετουσία
μετουσιαστικός
μετούσιος
μετουσῶ
μετοχέτευσις
μετοχετεύω
μετοχή
μετοχικός
μετοχικῶς
μετόχλησις
μετοχλίζω
μετοχμάζω
μέτοχος
μετρέω
μετρήδην
μετρηδόν
μέτρημα
μετρημάτιον
μέτρησις
μετρητέον
μετρητέος
μετρητής
μετρητιαῖος
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
…
μετουσῶ
Save
LSJ
μετουσῶ·
περιβλέπω, ἀφορῶ, ἀποβλέπω,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}