Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονικῶς
μονικῶς, [unknown meaning]
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοναύλιος
μόναυλος
μοναχῇ
μοναχή
μοναχῆ
μοναχικός
μοναχόθεν
μοναχός
μοναχοῦ
μονάχουσα
μοναχόω
μοναχῶς
μονειμοφορέω
μονέντερον
μονεντρεχής
μονερέτης
μονή
μονηΐς
μονηῒς ἀρχή
μονήλατος
μονημέριον
μονημέριος
μονήμερος
μονήρης
Μονήτα
μονθύλευσις
μονθυλευτός
μονθυλεύω
μονία
μονίας
μονικῶς
Μονίμη
μόνιμος
μονιμότης
μονίμως
μονιός
μόνιππος
μόννος
μονο
μονοβαίας
μονοβάλανος
μονοβάμων
μόνοβας
μονόβας
μονόβαφος
μονοβίβλιον
μονόβιβλον
μονόβιβλος
μονόβιος
μονοβολέω
μονόβολον
μονόβολος
μονογαμέω
μονογαμία
μονογάμιον
μονογαμίου ἐπιτίμιον
μονογάμματος
μονόγαμος
μονογενέα
μονογένεια
μονογενής
…
μονικῶς
Save
μονικῶς, [unknown meaning]
LSJ
μονικῶς, Adv., dub. sens. in
Phld.
Hom.
p.14 O.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}