Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονόβαφος
μονόβαφος, single-dyed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονεντρεχής
μονερέτης
μονή
μονηΐς
μονηῒς ἀρχή
μονήλατος
μονημέριον
μονημέριος
μονήμερος
μονήρης
Μονήτα
μονθύλευσις
μονθυλευτός
μονθυλεύω
μονία
μονίας
μονικῶς
Μονίμη
μόνιμος
μονιμότης
μονίμως
μονιός
μόνιππος
μόννος
μονο
μονοβαίας
μονοβάλανος
μονοβάμων
μόνοβας
μονόβας
μονόβαφος
μονοβίβλιον
μονόβιβλον
μονόβιβλος
μονόβιος
μονοβολέω
μονόβολον
μονόβολος
μονογαμέω
μονογαμία
μονογάμιον
μονογαμίου ἐπιτίμιον
μονογάμματος
μονόγαμος
μονογενέα
μονογένεια
μονογενής
μονογενῶς
μονογέρων
μονόγληνος
μονογλωσσέω
μονόγλωσσος
μονόγλωττος
Μονογνάθειος
μονογνωμέω
μονογνωμικός
μονογνωμονέω
μονογνωμονικός
μονογνωμοσύνη
μονογνώμων
μονογόνατος
…
μονόβαφος
Save
μονόβαφος, single-dyed
LSJ
μονό-βᾰφος, ον,
single-dyed,
Edict.Diocl.
29.35, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}