Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοναύλιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
μοναξία
μόναπος
μονάριος
μοναρταβία
μοναρχεία
μοναρχέω
μονάρχης
μοναρχία
μονάρχια
μοναρχικός
μοναρχικῶς
μόναρχος
μονάς
μονασμός
μοναστηριακός
μοναστήριον
μοναστήριος
μοναστής
μοναστικός
μοναστραβής
μονάστρια
μονάτωρ
μοναυλέω
μοναυλία
μοναυλικός
μοναύλιον
μοναύλιος
μόναυλος
μοναχῇ
μοναχή
μοναχῆ
μοναχικός
μοναχόθεν
μοναχός
μοναχοῦ
μονάχουσα
μοναχόω
μοναχῶς
μονειμοφορέω
μονέντερον
μονεντρεχής
μονερέτης
μονή
μονηΐς
μονηῒς ἀρχή
μονήλατος
μονημέριον
μονημέριος
μονήμερος
μονήρης
Μονήτα
μονθύλευσις
μονθυλευτός
μονθυλεύω
μονία
μονίας
μονικῶς
…
μοναύλιος
Save
Pape
μοναύλιος
,
allein lebend, einsam
, βίος, Suid. v. Λουκιανός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}