μουσοφίλητος
μουσοφίλητος, dear to the Muses
μουσο-φίλητος [ῐ], ον,
- dear to the Muses, Corinn. 23.
μουσο·φίλητος, ος, ον [ῐ] aimé des Muses, Cor. 23.
Étym. μ. φιλέω.
μουσοφίλητος, von den Musen geliebt, Carinn. 23.