μουσόφθαρτος
μουσόφθαρτος, slain by the Muses
μουσό-φθαρτος, ον,
- slain by the Muses, Lyc. 832.
μουσό·φθαρτος, ος, ον, tué par les Muses, Lyc. 832.
Étym. μ. φθείρω.
μουσόφθαρτος, von den Musen getötet, Lycophr. 832.