Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μουστάριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουσομανία
μουσόμαντις
μουσομάντις
μουσομήτωρ
μουσοπαλαιολύμας
μουσοπάταγος
μουσοπάτακτος
μουσοπάτωρ
μουσόπλαστος
μουσόπνευστος
μουσόπνοος
μουσοποιέω
μουσοποιός
μουσοπόλος
μουσοπρόσωπος
μουσόρρυτος
μουσοτέχνης
μουσοτραφής
μουσουργέω
μουσουργία
μουσουργικός
μουσουργός
μουσόφθαρτος
μουσοφιλής
μουσοφίλης
μουσοφίλητος
μουσοχαρής
μουσόω
μουστάκια
μουστάκιον
μουστάριον
μοὖστι
μουστόπιττα
μοῦστος
μούσχανον
μουσῳδός
μούσωνες
Μουτίνη
μοχθέω
μοχθήεις
μόχθημα
μοχθηρία
μοχθηρόομαι
μοχθηρός
μοχθηρόω
μοχθηρῶς
μοχθητέον
μοχθητέος
μοχθίζω
μοχθισμός
μόχθος
μοχθόω
μοχθώδης
μοχλά
μοχλεία
μόχλευσις
μοχλευτής
μοχλευτικός
μοχλεύω
μοχλέω
μοχλία
…
μουστάριον
Save
LSJ
μουστάριον, τό, a measure of wine,
PFlor.
65.18 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}