Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονωτί
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονόχορδον
μονόχορδος
μονόχορος
μονόχροιος
μονοχρονέω
μονόχρονος
μονόχροος
μονόχρους
μονοχρώματος
μονόχρωμος
μονόχρως
μονόχωρος
μονόψαφος
μονόψηφος
μονόω
μονόωρος
μονῳδέω
μονώδης
μονῳδία
μονῳδικός
μονῴδιον
μονῳδός
μονωνύμως
μονῶνυξ
μονώνυχος
μόνωπος
μονωπός
μόνως
μόνωσις
μονώτης
μονωτί
μονωτικός
μονῶτις
μόνωτος
μονώψ
μόνωψ
μόρα
μοράζομαι
μοράζω
Μοργαντίνη
μοργᾶται
μοργεύω
μοργή
Μόργης
μοργία
μόργιον
μοργίον
μόργνυμι
μόργος
μόρε
μορέα
μορέω
μορία
μόρια
μοριασμός
μοριαστικά
μορίδες
μορίδιος
μορίες
μορίη
Μορίη
…
μονωτί
Save
Pape
μονωτί
, adv. zu μονώτης,
einsam, allein
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}