Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυμφεῖον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νυκτοφυλάκησις
νυκτοφυλακία
νυκτοφύλαξ
νυκτοφυλάξια
νυκτώδης
νυκτῷον
νυκτῴον
νυκτωπός
νύκτωρ
νυκχάζω
νύμφα
Νύμφα
νυμφαγενής
νυμφαγέτης
νυμφαγωγέω
νυμφαγωγία
νυμφαγωγός
νυμφαία
Νυμφαία
νύμφαιον
νυμφαῖον
Νυμφαῖον
Νύμφαιον
νυμφαῖος
Νυμφαῖος
νυμφάς
Νυμφᾶς
Νυμφάς
νύμφασμα
νυμφάσματα
νυμφεῖον
νυμφεῖος
νύμφευμα
νύμφευσις
νυμφευτήρ
νυμφευτήριος
νυμφευτής
νυμφεύτρια
νυμφεύω
νύμφη
Νύμφη
νυμφηγέτης
νυμφήϊος
νυμφιάω
νυμφίδες
Νυμφιδία
νυμφίδιος
Νυμφίδιος
νυμφικός
νυμφικῶς
νυμφίος
νύμφιος
νυμφίς
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
…
νυμφεῖον
Save
Bailly 2024
νυμφεῖον,
ου
(
τὸ
)
v. le suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}