Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυμφηγέτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νύμφα
νυμφαγενής
νυμφαγέτης
νυμφαγωγέω
νυμφαγωγία
νυμφαγωγός
νυμφαία
Νυμφαία
νύμφαιον
νυμφαῖον
Νυμφαῖον
Νύμφαιον
νυμφαῖος
Νυμφαῖος
νυμφάς
Νυμφᾶς
Νυμφάς
νύμφασμα
νυμφάσματα
νυμφεῖον
νυμφεῖος
νύμφευμα
νύμφευσις
νυμφευτήρ
νυμφευτήριος
νυμφευτής
νυμφεύτρια
νυμφεύω
νύμφη
Νύμφη
νυμφηγέτης
νυμφήϊος
νυμφιάω
νυμφίδες
Νυμφιδία
νυμφίδιος
Νυμφίδιος
νυμφικός
νυμφικῶς
νυμφίος
νύμφιος
νυμφίς
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
νυμφόληπτος
νυμφοληψία
νυμφοπόνος
νυμφοστολέω
νυμφοστολίζω
νυμφοστολικῶς
νυμφοστόλος
νυμφοτερεῖς
νυμφοτιμία
νυμφότιμος
νυμφοτόκος
…
νυμφηγέτης
Save
LSJ
νυμφ-ηγέτης, εω, ὁ,
= νυμφαγέτης (q. v.), Ἀπόλλων
IG
12(8).358 (Thasos, V B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}