Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυμφικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νύμφαιον
νυμφαῖον
Νυμφαῖον
Νύμφαιον
νυμφαῖος
Νυμφαῖος
νυμφάς
Νυμφᾶς
Νυμφάς
νύμφασμα
νυμφάσματα
νυμφεῖον
νυμφεῖος
νύμφευμα
νύμφευσις
νυμφευτήρ
νυμφευτήριος
νυμφευτής
νυμφεύτρια
νυμφεύω
νύμφη
Νύμφη
νυμφηγέτης
νυμφήϊος
νυμφιάω
νυμφίδες
Νυμφιδία
νυμφίδιος
Νυμφίδιος
νυμφικός
νυμφικῶς
νυμφίος
νύμφιος
νυμφίς
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
νυμφόληπτος
νυμφοληψία
νυμφοπόνος
νυμφοστολέω
νυμφοστολίζω
νυμφοστολικῶς
νυμφοστόλος
νυμφοτερεῖς
νυμφοτιμία
νυμφότιμος
νυμφοτόκος
νυμφοτομέω
νυμφοτομία
νυμφοτροφέω
νυμφοφόρος
νυμφώδης
νυμφών
νῦν
νύν
…
νυμφικῶς
Save
Bailly 2024
νυμφικῶς,
adv.
comme de jeunes époux,
A. Tat.
3, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}