παιδιότης
παιδιότης, childhood
παιδι-ότης, ητος, ἡ,
- childhood, Aq. Ps. 109(110).3.
παιδιότης, ητος (ἡ) enfance, Aqu. Ps. 109, 3.
Étym. παιδίον.
παιδιότης, ητος, ἡ, Knabenalter, Sp.
παιδιότης, childhood