παιδιοτροφέω Save Bailly 2024 Pape παιδιο·τροφέω-ῶ, c. παιδοτροφέω, M. Ant. 4, 32. Étym. παιδίον, -τροφος de τρέφω. παιδιοτροφέω, = παιδοτροφέω, M.Ant. 4.32.