παιδισκεῖος
παιδισκεῖος, for a child
παιδισκ-εῖος, α, ον,
- for a child, χλανίσκιον Jahresh. 16 Beibl. 53 (iv B. C.).
- II Subst. παιδισκεῖον, τό, brothel, Ath. 10.437f.