παιδοκόραξ
παιδοκόραξ, boy-raven
παιδο-κόραξ, ᾰκος, ὁ,
- boy-raven, i.e. greedy after boys, θυμός AP 12.42 (Diosc.).
παιδο·κόραξ, ακος (ὁ) [ᾰκ] c. παιδεραστής, Anth. 12, 42.
παιδοκόραξ, ακος, ὁ, Knabenrabe, der Knaben gierig nachstellt, θυμός, Diosc. 3 (XII.42).