παιδόεις Save LSJ Bailly 2024 Pape παιδό-εις, εσσα, εν, v. παιδοῦς. παιδόεις, όεσσα, όεν, seul. fém. contr. παιδοῦσσα, féconde en enfants, Call. (Sch.-Soph. Tr. 308). Étym. παῖς. παιδόεις, *παιδόεις, εσσα, εν, nur zsgzn παιδοῦς.