παιδολέτις
παιδ-ολέτις, ιδος, ἡ, = foreg., AP 3.3 (Inscr. Cyzic.).
παιδ·ολέτις, έτιδος, adj. f. c. le préc. Anth. 3, 3.
παιδολέτις, ιδος, ἡ, = παιδολέτειρα, λαμπάς, Epigr. in Cyzic. 3 (III.3).
παιδολέτις, ιδος, ἡ,
= παιδολέτειρα, Anth.