παιδολέτωρ
παιδολέτωρ, child-murdering
παιδ-ολέτωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- child-murdering, Ἔρις A. Th. 726 (lyr.), cf. E. Med. 1393 (anap.); ἀηδονίς Id. Rh. 550 (lyr.).
παιδ·ολέτωρ, ορος (ὁ, ἡ) c. παιδοκτόνος, Eschl. Sept. 726 ; Eur. Med. 1393, etc.
παιδολέτωρ, ορος, ὁ u. ἡ, = παιδολετήρ ; ἔρις, Aesch. Spt. 708 ; ἀηδονίς, Eur. Rhes. 549, vgl. Med. 1393.