παλιντροπής Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰλιν-τροπής, ές, = παλίντροπος, Nic. Th. 402. παλιν·τροπής, ής, ές [ᾰ] c. παλίντροπος, Nic. Th. 403. παλιντροπής, ές, = παλίντροπος, Nic. Th. 403.